🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσαγιερό
τσαγιερό
το
чайник
(заварной)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чайник
? —
τσαγιερό
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσαγιερό
? — чайник
#
(ново)греческий словарь
—
καβουρίνα
—
πυξαριά
—
άδηλος
—
ασυγχώνευτος
—
απονέκρωση
—
ευπάθεια
—
μπαταξηλίκι
—
δαμασκηνάτος
—
φαρμπαλάς
—
κτηριολογικός
—
στρατωνίζομαι
—
απροαιρεσία
—
απεργοσπάστης
—
ψωμοφάγος
—
εννεαπλασίαση
—
αλάλαγμα
—
πολιτοφύλακας
—
αφορμάριστος
—
ασυγκατάβατος
—
δυσαρμονικός
—
νοσοκομειακό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω