🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψωμοφάγος
ψωμοφάγ|ος
тот(__,__) кто ест много хлеба
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тот, кто ест много хлеба
? —
ψωμοφάγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψωμοφάγος
? — тот, кто ест много хлеба
#
(ново)греческий словарь
—
ζίζυφος
—
γνώμη
—
σαπίλα
—
κατασκόπευση
—
μπρέ
—
ενοίκιο
—
απαράγραφτος
—
καταξοδιάζω
—
συντομογραφικά
—
μεταγλώττιση
—
ανδρολογία
—
αντικρινός
—
αλληλοτραυματίζομαι
—
επαναστάτισσα
—
αρραβωνιάρης
—
συντυχάννω
—
ψηλάφισμα
—
χιονώδης
—
αποδίδουσα
—
υπουργικός
—
γονιμοποιούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω