🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναγλυτσάζω
αναγλυτσάζω
раскиснуть
;
αναγλύτσασε ο δρόμος από τή βροχή — дорога раскисла от дождя
;
αναγλύτσασε τό ζυμάρι — тесто раскисло
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
раскиснуть
? —
αναγλυτσάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναγλυτσάζω
? — раскиснуть
#
(ново)греческий словарь
—
ψυχωμένος
—
αιθεροβάτης
—
μαθητεύω
—
κιγκλίδωμα
—
μπαλάσκα
—
αγριοκυδωνιά
—
βάρον
—
αντικρουόμενος
—
μαυρογή
—
καλαμοκάνισσα
—
μαμουρεύω
—
αγριομηλιά
—
καλολογικός
—
αναλωμή
—
αμάχητα
—
ηρωϊκός
—
ελληνόγλωσσος
—
έμιξα
—
αναστρεπτήρας
—
ακουβάλητος
—
ρητινόλασπη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω