🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγόρασμα
αγόρασμα
το 1)
покупка
;
2)
подкуп
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
покупка
? —
αγόρασμα
как на
(ново)греческом
будет слово
подкуп
? —
αγόρασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγόρασμα
? — покупка, подкуп
#
(ново)греческий словарь
—
αντέχομαι
—
οψιγενής
—
ακατακύρωτος
—
βλεννορροϊκός
—
ανοιγοκλείσιμο
—
αδελφικοασπάζομαι
—
τσούχτρα
—
προστυχολογιά
—
κατάχαμα
—
πάραβλητός
—
σκοπιωρός
—
κατήφεια
—
πιεζομετρία
—
εγκαρσιώνω
—
καβούρδισμα
—
προκαλυπτικός
—
δευτερολογώ
—
βιώσιμος
—
μπαρμπουνάκι
—
ξεδιαλεγμένος
—
καθηκοντολογία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω