🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναντικατάστατος
αναντικατάστατ|ος
1)
незаменённый
;
2)
незаменимый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
незаменённый
? —
αναντικατάστατος
как на
(ново)греческом
будет слово
незаменимый
? —
αναντικατάστατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναντικατάστατος
? — незаменённый, незаменимый
#
(ново)греческий словарь
—
πρόκυψη
—
τυπομανία
—
αφωρεσμένος
—
πύρεξη
—
εθνωφελής
—
κακοκαρδίζω
—
εννεαπλασίαση
—
σταυραδέρφός
—
αδιάπρακτος
—
αναπομπή
—
μακιγιάζ
—
ξυσμούρα
—
εμπρόσθιος
—
ρίξιμο
—
ακόκκιστος
—
σουρουκλεμές
—
διεθνοποίηση
—
ανακατατάσσω
—
πτιλωτός
—
τρίχωμα
—
μπαμπακοκάρυδο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω