🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταυραδέρφός
σταυραδέρφός
ο
побратим
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
побратим
? —
σταυραδέρφός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταυραδέρφός
? — побратим
#
(ново)греческий словарь
—
αποτίναξη
—
ξυλόπορτα
—
ορνιθώνας
—
πρωτόπλασμα
—
βουλητικό
—
τριζόνι
—
εξοργίζομαι
—
μποτάκι
—
αγγελοπρόσωπος
—
προκληροδότημα
—
ηλίανθος
—
μικροαμπέρ
—
ακαβάλλιστος
—
χελωνοφάγος
—
διασύρω
—
διαπραγματευτής
—
φαρμακοκινητικά
—
ουμανιστής
—
ξαναπαντρεμμένος
—
κωδωνοκρούστης
—
εδραίος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω