🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αεριόφωτο
αεριόφωτο
το 1)
газовый свет
;
2)
светильный газ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
газовый свет
? —
αεριόφωτο
как на
(ново)греческом
будет слово
светильный газ
? —
αεριόφωτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αεριόφωτο
? — газовый свет, светильный газ
#
(ново)греческий словарь
—
ρυπαρογράφημα
—
καφετύς
—
πυριτιοκαλίωση
—
οχυρώνω
—
μανικιούρ
—
βακχευτής
—
τάβλα
—
πετεινός
—
μωρουδάκι
—
σκέψη
—
μαθηματικά
—
μικροτηλέφωνο
—
τσικουδιά
—
καρδιοσάσιμο
—
αρραγώς
—
εννοιάζομαι
—
μοντέλο
—
εγκαρτερρώ
—
ανευρίαστος
—
μελινίτις
—
βελονιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω