🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πετεινός
πετεινός
ο 1)
петух
;
2)
курок
(ружья);
σηκώνω τόν ~ό — взводить курок
;
===
όπου λαλούν πολλοί ~οί, αργεί νά ξημερώσει — посл. [phrase]у семи нянек дитя без глазу[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
петух
? —
πετεινός
как на
(ново)греческом
будет слово
курок
? —
πετεινός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πετεινός
? — петух, курок
#
(ново)греческий словарь
—
καλαρχινω
—
αρνητικός
—
ναφθαλίνιο
—
κουρτάλημα
—
πειστήριος
—
μανόμετρο
—
αμάχη
—
βραχιόνιος
—
δαφναίος
—
ηλεκτροκίνητος
—
αλυσίδα
—
πάρωρα
—
έμπρακτος
—
δυσκολοδιήγητος
—
εύελπις
—
φουχτωσιά
—
έκχυσις
—
μελισσοφάγος
—
χάσμηση
—
υπερτόνωση
—
γελαστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω