🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συγχρονικός
συγχρονικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συγχρονικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τσελιγγόπουλο
—
νοησιοκρατικός
—
υπολογίζω
—
καγχάζω
—
παλαιστικός
—
περίεργα
—
σμίξιμο
—
ζηλιαρόγατος
—
αναγκάζω
—
φουτουριστικός
—
λεμβοστάσιο
—
ιδιοφυής
—
βαριούχος
—
πολυπότης
—
τρίς
—
μελισσώνας
—
χονδροενδής
—
θέλοντας
—
ανθυποβρυχιακός
—
πεινασμένος
—
βασιλιάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω