🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζηλιαρόγατος
ζηλιαρόγατ|ος
ο 1)
ревнивец
;
2)
завистник
;
είναι ~ — а) [phrase]он очень ревнив;[/phrase] б) [phrase]он очень завистлив[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ревнивец
? —
ζηλιαρόγατος
как на
(ново)греческом
будет слово
завистник
? —
ζηλιαρόγατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζηλιαρόγατος
? — ревнивец, завистник
#
(ново)греческий словарь
—
σόττος
—
αλιευτική
—
αγουρέλαιο
—
ποταμόφιλος
—
αιματοχυσία
—
ψηλά
—
ανέγνωρος
—
αναγουλιά
—
ανέμισμός
—
απόδιαβα
—
αξία
—
νισαντήρι
—
τουφεκώ
—
φλεγμονώδης
—
λιμοκτονία
—
ατροπίνη
—
σαμαράκι
—
ακουστικά
—
χαλάστηκα
—
ιδιοσυντήρηση
—
αλμανάκ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω