🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαλάλιθος
γαλάλιθ|ος
ο
галалит
(пластмасса)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
галалит
? —
γαλάλιθος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαλάλιθος
? — галалит
#
(ново)греческий словарь
—
επιστρέφομαι
—
πορνογραφικά
—
πολύστηλος
—
όμορος
—
ωτορινολαρυγγολογίο
—
κλειδαράδικο
—
αδιάπρακτος
—
μασώ
—
πρυμνοδέτηση
—
χρεώστις
—
απογυναικώνομαι
—
παραλογάω
—
υπομονετικός
—
έθνος
—
κλιμακοστάσιο
—
λοιδορία
—
διαταράττω
—
πιστρώνω
—
καβάλημα
—
καλλιεργημένος
—
γνώρισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω