🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
άξαφνα
άξαφνα
вдруг, внезапно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вдруг
? —
άξαφνα
как на
(ново)греческом
будет слово
внезапно
? —
άξαφνα
как с
(ново)греческого
переводится слово
άξαφνα
? — вдруг, внезапно
#
(ново)греческий словарь
—
ξεμπερδεμός
—
επεπήχθην
—
λιόκρουση
—
διάφανος
—
κατατυραννώ
—
περβολάρης
—
αντικαπιταλιστικός
—
συζητήσιμος
—
ενδέχεται
—
σκυλήσιος
—
ευμέθοδον
—
ακριβολογώ
—
ομοιοκαταληξία
—
αβίζο
—
αυλακισμός
—
μιναρές
—
αλεπουδένιος
—
καταπάτι
—
ένδεια
—
υπέργειος
—
εγκώμιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω