🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πολιορκία
πολιορκία
η
осада
(тж. перен.);
блокада
;
κατάσταση ~ίας — осадное положение
;
λύση τής ~ίας — снятие осады
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
осада
? —
πολιορκία
как на
(ново)греческом
будет слово
блокада
? —
πολιορκία
как с
(ново)греческого
переводится слово
πολιορκία
? — осада, блокада
#
(ново)греческий словарь
—
κονικλοτρόφος
—
άλευρο
—
ασκημαίνω
—
τσογλάνι
—
χτήμα
—
αεράμυνα
—
λάμπασμα
—
σελήνιον
—
στενοχωρώ
—
μετανάστης
—
βρωμισμένος
—
κατάπτυστος
—
ρομβικός
—
έννατος
—
αδικαιολόγητος
—
ευχητικός
—
ταπετσάρισμα
—
ξεκουτιάρικος
—
παραφέρω
—
αντεπεξέρχομαι
—
στραγαλατζίδικο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω