🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλκοολόμετρο
αλκοολόμετρο
το
спиртомер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спиртомер
? —
αλκοολόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλκοολόμετρο
? — спиртомер
#
(ново)греческий словарь
—
τετραπλασιάζω
—
ανεπρόκοπος
—
γεματίζω
—
λιβελλογράφημα
—
μπατιρημένος
—
αιθέρινος
—
μαντατεύτρα
—
συρταρόλι
—
απομαυρίζω
—
αναζωογονούμαι
—
αδιόριστος
—
πολύφωνος
—
χαρτοδετώ
—
μεράκλωμα
—
στύλωμα
—
κουλουριάζω
—
λειωμα
—
μοσχοκάρφι
—
απιοειδής
—
θόλωμα
—
γαστρί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω