🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θόλωμα
θόλωμα
το 1)
помутнение
;
2)
муть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
помутнение
? —
θόλωμα
как на
(ново)греческом
будет слово
муть
? —
θόλωμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θόλωμα
? — помутнение, муть
#
(ново)греческий словарь
—
μεσόβαθρο
—
ακαδημαϊκώς
—
φυσιολογία
—
εκχύνομαι
—
αναερόβιος
—
πλέριος
—
καλιμπράρισμα
—
έκφυσις
—
ανακουφωτός
—
σιγαλός
—
εποπτεία
—
εντράτα
—
αυτοκινητοβιομηχανία
—
κινησιογραφία
—
αυτεπαγγέλτως
—
κιννάμωμον
—
ζηλοφθονία
—
δαιμονοπαθής
—
καλοκαιριάζω
—
ΕΦΕΕ
—
Βέλγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω