🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ομελέττα
ομελέττα
η
омлет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
омлет
? —
ομελέττα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ομελέττα
? — омлет
#
(ново)греческий словарь
—
αντλώ
—
ορίζουσα
—
αλώσιμος
—
εκθρονίζομαι
—
νοικιασμένος
—
χάμω
—
γόμφωμα
—
διάφραγμα
—
φίλημα
—
εσπέριος
—
ματικάπι
—
φαρυγγόσπασμος
—
αποθωρακίζω
—
ανδροπρέπεια
—
πολιτιστικά
—
φυλακτικά
—
ασυναρτήτως
—
επιπεδόκοιλος
—
φερωνυμία
—
ζητιανιά
—
λίμνασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω