🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επεπάγην
επεπάγην
αόρ. от επιπήγνυμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
επεπάγην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εκφράττω
—
αραβοσιτάλευρο
—
προστυχόφαστα
—
έκθετο
—
αδίσταχτος
—
ξεμυαλίζω
—
στενόκαρδος
—
πρακτικά
—
σιτηρέσιο
—
βεργούλα
—
αγέννητος
—
ξεσκεπάζομαι
—
αγγειοβρίθεια
—
παλαμιά
—
ρεαλιστής
—
σκληρόκαρδα
—
ερεονητέος
—
ζοχάρι
—
αστράχα
—
ωαγωγικός
—
ματίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω