🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατατάσσομαι
κατατάσσομαι
зачисляться, вступать
;
~ομαι στό στρατό — поступить на военную службу
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
зачисляться
? —
κατατάσσομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
вступать
? —
κατατάσσομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατατάσσομαι
? — зачисляться, вступать
#
(ново)греческий словарь
—
μεταποιώ
—
ψουνιστής
—
διαβάτης
—
ηδυνήθην
—
μέτζο
—
χορταριάζω
—
γνεψιά
—
βουρβούλακας
—
απροκάλυπτος
—
χορευταρού
—
ξετρελαίνω
—
εξαναγκασμένος
—
τραμπάλα
—
δαιμονισμός
—
σαύρα
—
συντρίμμι
—
πολυτιμότητα
—
αδιαφόρετα
—
αλειμματοδοχείο
—
προβλέψιμος
—
προπερισπάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω