🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γνεψιά
γνεψιά
η
знак
(головой, глазами, рукой);
жест
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
знак
? —
γνεψιά
как на
(ново)греческом
будет слово
жест
? —
γνεψιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
γνεψιά
? — знак, жест
#
(ново)греческий словарь
—
ξεσκισμένη
—
διαδέχομαι
—
ανεμοσκοπία
—
καταμετράω
—
σουβαδίζω
—
συνοδός
—
εμβρόντηση
—
αλογίσιος
—
ντροπαλά
—
υπερπόντιος
—
μελανειμονώ
—
ψηλαφιστός
—
αποθαρρεύω
—
εισπρακτόρισσα
—
ξερράγιασμα
—
αποχινοπώρου
—
μεταρσιώνω
—
αθιβολή
—
συνονόματος
—
στράτσόχαρτο
—
μερσινιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω