🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διατοίχηση
διατοίχηση
η мор.
бортовая (или боковая) качка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бортовая качка
? —
διατοίχηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
διατοίχηση
? — бортовая качка
#
(ново)греческий словарь
—
γκέλα
—
καρναβαλικός
—
ιαπωνική
—
ανελαστικός
—
πτωχοκομείο
—
εδυνήθηην
—
αναντάλλαχτος
—
καρδιογραφικός
—
ναύδετον
—
συμβουλευτής
—
όσφρηση
—
δυσπαρατήρητος
—
αγκαζάρω
—
κυπρί
—
ευραπηλιώτης
—
διαφώσκω
—
ματιασμένος
—
γολέττα
—
εθιμοτυπία
—
κερδώ
—
σουγιάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω