🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
έγκαυμα
έγκαυμα
το
ожог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ожог
? —
έγκαυμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
έγκαυμα
? — ожог
#
(ново)греческий словарь
—
επίτακτος
—
μετοικεσία
—
μυρρέλαιο
—
αναδιόρθωση
—
αγριοκόκκορας
—
κινητοποιώ
—
ιλυοδόχη
—
σαραντάρα
—
υστεροχρονολογώ
—
εξακοσάρι
—
ζενγαρωτά
—
βυσσινής
—
πούπουλο
—
ψωμάκι
—
καρμπόν
—
δεκαεπταετία
—
προσδιοριστικός
—
αντιπροπέρυσι
—
κρίνομαι
—
αδιακύβευτος
—
αναστατωμένα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω