🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πέραμα
πέραμα
το 1)
переправа
(место);
2)
паром
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
переправа
? —
πέραμα
как на
(ново)греческом
будет слово
паром
? —
πέραμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πέραμα
? — переправа, паром
#
(ново)греческий словарь
—
τυφοειδής
—
ψέλλιον
—
φωσφορούχος
—
ακτιος
—
πραγματιστής
—
επίχρυσος
—
κατευναστικός
—
γλυκοτραγουδημένος
—
γούφα
—
επιδιώκω
—
φαλαγγίτης
—
ψωρίαση
—
ενέχω
—
ξεχερσωμένος
—
πλεονεχτώ
—
ανδροκοίτης
—
αναδρομικά
—
αδικομάζωμα
—
χλωροσταφιδίτης
—
μετακάρπιον
—
πρωτεύων
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω