🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ακτινογραφία
ακτινογραφία
η 1)
рентгенография
;
2)
рентгеновский снимок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рентгенография
? —
ακτινογραφία
как на
(ново)греческом
будет слово
рентгеновский снимок
? —
ακτινογραφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ακτινογραφία
? — рентгенография, рентгеновский снимок
#
(ново)греческий словарь
—
γκρεμνίζω
—
ανασκευάζω
—
σκιτσογράφος
—
αδέλφωμα
—
ερανίζομαι
—
στεατίνη
—
στοιχειωδώς
—
ανατέμνω
—
τί
—
τεκτονικός
—
Μαυροβούνιο
—
αστυφιλία
—
τζαμτζής
—
αψιμαχία
—
ανδρομίδα
—
άντζα
—
γιαούρτη
—
θεληματάρης
—
βρυχάζω
—
εξαντλημένος
—
πατατοκεφτές
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω