🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μετεώριση
μετεώριση
η 1)
поднятие вверх
;
2)
парение в воздухе
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
поднятие вверх
? —
μετεώριση
как на
(ново)греческом
будет слово
парение в воздухе
? —
μετεώριση
как с
(ново)греческого
переводится слово
μετεώριση
? — поднятие вверх, парение в воздухе
#
(ново)греческий словарь
—
πλινθοκεραμοποείο
—
χθεσινός
—
αλλοτριολογία
—
ενδοπαράσιτο
—
ογκόλιθος
—
ντούρος
—
αεραγωγός
—
ανενδοίαστα
—
ματαιολογία
—
εμφύλιος
—
εκτριπτικός
—
γεροκόμιο
—
αυθαδώς
—
πετροκοπιό
—
ασυγχωρεσιά
—
αξιοθαύμαστος
—
επίσαξις
—
ιδιοσυντήρητος
—
ευκλείδειος
—
ενδοβένθος
—
εγκληματολογικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω