🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νέαση
νέαση
(-εως) η
подъём целины
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подъём целины
? —
νέαση
как с
(ново)греческого
переводится слово
νέαση
? — подъём целины
#
(ново)греческий словарь
—
λευκόσημον
—
τσακισμένος
—
στριφτάλι
—
λωφάζω
—
μαστορεία
—
ελμινθώδης
—
μουνουχισμένος
—
ασυναρτήτως
—
κατουροκούμαρο
—
ευπρεπής
—
πολυμορφικά
—
χοντρομάγουλος
—
εθελοντικότητο
—
πανσέληνος
—
χλωροφορμιούχος
—
υψαύχην
—
επιλέξιμος
—
αορτέας
—
θωράκιο
—
συκωταριά
—
μυρμηκιώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω