🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καθοσιώνω
καθοσιώνω
освящать
(храм и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
освящать
? —
καθοσιώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
καθοσιώνω
? — освящать
#
(ново)греческий словарь
—
κοτόπουλο
—
δηλούσα
—
ειδησεογραφικά
—
εξουσιάζω
—
καρυδόψιχα
—
λυριτζής
—
φυλακισμένος
—
δενδροκαλλιέργεια
—
παλαιοελλαδίτης
—
καρτέλλα
—
σιάζω
—
υπερφαλάγγιση
—
μιναδόρος
—
φτωχεύω
—
οστίτιδα
—
νοικοκυρίστικος
—
αχαράμιστος
—
χιλιοειπωμένος
—
φοινικίς
—
σκαπέτισμα
—
λαξ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω