🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εσεβάσθην
εσεβάσθην
αόρ. от σέβομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εσεβάσθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μαλαθράκι
—
πικρόσκοτος
—
εφιάλτης
—
μπουκάλι
—
κυμαίνομαι
—
γαύρος
—
λυσσάω
—
—
αποδιδράσκω
—
ρινοπλαστική
—
ερειπώνω
—
καυκί
—
ωριόπλουμος
—
έλασμα
—
αποκοττιά
—
αδελφικός
—
σκατάς
—
ραβδιστήρι
—
καρδαμωμένος
—
ανύχι
—
στυλά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω