🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαράγι
σαράγι
το
сераль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сераль
? —
σαράγι
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαράγι
? — сераль
#
(ново)греческий словарь
—
θύσανος
—
αποφθειρίαση
—
ανάλειωμα
—
φτεροκόπημα
—
αλλοιωτό
—
αντιπρόπερσι
—
διατείνω
—
Πολωνέζα
—
φανοφόρος
—
φλέγα
—
άστιχτος
—
ασυντρόφιαστος
—
ξεπαραδιάζω
—
ιδιοσυντήρηση
—
ευεπίφορος
—
αργυρούχος
—
δημεύσιμος
—
ηγεμονόπαιδο
—
ζαριφλίκι
—
άδεια
—
γυναικόδουλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω