🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποστέρηση
αποστέρηση
η
лишение; потеря
(чего-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лишение
? —
αποστέρηση
как на
(ново)греческом
будет слово
потеря
? —
αποστέρηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποστέρηση
? — лишение, потеря
#
(ново)греческий словарь
—
πενηντάχρονος
—
κωλοεφημερίδα
—
διορατικρός
—
ιουνιανά
—
επιμολύβδωσις
—
εικοσαήμερος
—
λειτουργικότητα
—
ευστοχία
—
υδροχρωματισμός
—
σαλαμάκι
—
φθογγολογία
—
εξάπλωση
—
καυσαλίδα
—
μοιρολατρεία
—
ογδόντα
—
διαμαρτυρικά
—
ξεκρέμαστος
—
προΰπαρξη
—
βράβευμα
—
οργανογενής
—
τιμονιέρης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω