🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διπλοψηφώ
διπλοψηφώ
дважды голосовать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дважды голосовать
? —
διπλοψηφώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
διπλοψηφώ
? — дважды голосовать
#
(ново)греческий словарь
—
γυφτόπουλο
—
φαλλιρίζω
—
ανασυνδέω
—
καμηλωτή
—
καιροφυλακτώ
—
ρετουσάρισμα
—
νωχελικά
—
τέρμα
—
μπιραριέρισσα
—
Σπαρτιάτισσα
—
τυποποίηση
—
σακάτεμα
—
αχνένιος
—
γιορτή
—
στεναχωρώ
—
αχάμνια
—
κουκούλλωμα
—
εξασθένηση
—
τρίκρανο
—
ομοκεντρικότητα
—
χαρτογραφία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω