🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ωόλιθος
ωόλιθ|ος
ο мин.
оолит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оолит
? —
ωόλιθος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ωόλιθος
? — оолит
#
(ново)греческий словарь
—
αραιά
—
ξυλοσχίστης
—
κράση
—
προσθαλάσσωση
—
αίγλη
—
άξαφνο
—
πυράδα
—
ματεριαλισμός
—
μαθητής
—
στείρευση
—
γαλλιστί
—
τοπικιστικός
—
επασχόληση
—
σύζυγος
—
ραίνω
—
αντίσωμα
—
άρα
—
μαξούλι
—
βωτριδοφαγωμένος
—
ανεκτικότητα
—
ξυλοστάτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω