🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οργανοειδής
οργανοειδής
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
οργανοειδής
? —
#
(ново)греческий словарь
—
περιαρπάζω
—
στύφω
—
υμενοειδής
—
ξεφτάω
—
ψηλοκρατώ
—
ενδεσμος
—
λησμονιέμαι
—
γκρεμώ
—
τσακμακίζω
—
λαδόχαρτο
—
φαφουτιαίνω
—
ευεπίδεκτος
—
ασπρομαλλούσα
—
αχυράνθρωπος
—
λοξοκοίταγμα
—
ανασκαλίζω
—
εφογα
—
παραπεμπτικός
—
απροβίβαστος
—
αποφοιτώ
—
τέντωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω