🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσακμακίζω
τσακμακίζω
высекать огонь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
высекать огонь
? —
τσακμακίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσακμακίζω
? — высекать огонь
#
(ново)греческий словарь
—
ξεραμένος
—
απλούμιστος
—
μιλτοβαφώ
—
λαφράδα
—
κολαουζιέρης
—
νεροπρίονο
—
πρεμιέρα
—
παντογράφος
—
μπέρτα
—
φεσοφόρος
—
φαζάνι
—
ονοματοκρατία
—
αναστυλώνω
—
υπερκεράτωσις
—
αποπλανητής
—
καλαισθητικός
—
πολυέλεος
—
ελισσόμενος
—
άρτηκας
—
αμμουδερός
—
λεμφοσάρκωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω