🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσουβάλι
τσουβάλι
το
мешок
;
μέ τό ~ — мешками
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мешок
? —
τσουβάλι
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσουβάλι
? — мешок
#
(ново)греческий словарь
—
ψυχοπλάκωμα
—
εξοργίζω
—
διδυμοτόκος
—
εκσπονδος
—
παννιάζω
—
εγγραφή
—
ρινόφωνος
—
διοικητικά
—
ρόδισμα
—
θαλασσογραφία
—
επταμηνία
—
θόριο
—
κόπρισμα
—
μουζουβί
—
δίχροος
—
αλλέως
—
άλικος
—
αποχαρβαλώνω
—
εξοδεύομαι
—
νεροκολοκύθα
—
εξαγιάζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω