🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κύων
κύων
(γεν. κυνός) ο
собака
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
собака
? —
κύων
как с
(ново)греческого
переводится слово
κύων
? — собака
#
(ново)греческий словарь
—
παχυντικός
—
σιδεροκέφαλος
—
ανθρωπόφοβος
—
μανταρίστρια
—
εμπλέκω
—
πασπατεύω
—
δελφινοκόριτσο
—
λεχρίτης
—
φυσιολογία
—
καρροποιείο
—
ευκολοαπόκτητος
—
χρεοκοπώ
—
ερμάτισμα
—
συντηρώ
—
εκδίδομαι
—
ελοχαρής
—
στείρος
—
γιακέττα
—
ίδρυμα
—
παύλα
—
αμαρκάλιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω