🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απεικόνισμα
απεικόνισμα
το
изображение; образ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изображение
? —
απεικόνισμα
как на
(ново)греческом
будет слово
образ
? —
απεικόνισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
απεικόνισμα
? — изображение, образ
#
(ново)греческий словарь
—
τσεμπέλι
—
λαούτο
—
κρεμάω
—
εμπιστευτικός
—
διαβασμένος
—
αλμυρίκη
—
εξαρτύομαι
—
σόγκραση
—
κλίμαξ
—
λειτουργικός
—
κανελλής
—
δαγκαματιά
—
γρια
—
αντικρινός
—
ταγγισμένος
—
εμποροδίκης
—
Ελασσόνα
—
ακτινοδέσμη
—
νεφρολιθικός
—
εντεταλμένος
—
πραγματικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω