🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καννάβι
καννάβι
το 1)
конопля
;
2)
пенька
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
конопля
? —
καννάβι
как на
(ново)греческом
будет слово
пенька
? —
καννάβι
как с
(ново)греческого
переводится слово
καννάβι
? — конопля, пенька
#
(ново)греческий словарь
—
αλέστα
—
μεταλλείο
—
αφθόνως
—
διαγιγνώσκω
—
τσιατάλι
—
ξυλοπετεινός
—
διαβουκόληση
—
γλύπτης
—
σιτίζω
—
σουσουράδα
—
υπερήμερος
—
αμυλοσάκχαρο
—
αστραποκαμένος
—
πνευματοθεραπεία
—
μεταναστεύω
—
παιδογονία
—
περυσινός
—
απανθράκωση
—
ζωγραφιά
—
φωνητήριος
—
ψυχομαχάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω