🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πριτσινώνω
πριτσινώνω
клепать, заклёпывать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
клепать
? —
πριτσινώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
заклёпывать
? —
πριτσινώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
πριτσινώνω
? — клепать, заклёпывать
#
(ново)греческий словарь
—
καλεντάρι
—
καφεπότιδα
—
σομμιέ
—
σκοτούρα
—
αμπούλλα
—
αναλογία
—
πρωτόγεννα
—
αρνάκι
—
πτύσιμον
—
αισθηματικός
—
λευτερώνω
—
χηρεμός
—
φλοιοβαφή
—
πορφυρίτης
—
καλλι-
—
όστρεο
—
ψηλολέλεκας
—
ερημοσπίτης
—
ευφημητικός
—
αγαθοποιός
—
θαμνοσκεπής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω