🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καλλίφωνος
καλλίφων|ος
обладающий хорошим голосом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обладающий хорошим голосом
? —
καλλίφωνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλλίφωνος
? — обладающий хорошим голосом
#
(ново)греческий словарь
—
ονηλάτης
—
σκαμνί
—
εκζητώ
—
ρακοπουλείο
—
λαχανίδα
—
νύχτωμα
—
αρχιλακές
—
κυρτώνω
—
ελαφρολόγία
—
επίστρωτος
—
αντιοφροδισιακός
—
θετικιστής
—
μερινός
—
εμού
—
καταλυτικός
—
αξεσκόλιστος
—
ξωμερίτης
—
συμπορεύομαι
—
ξεμυγιαστήρι
—
καθένας
—
μαστιγοδόχη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω