🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βενζίνη
βενζίνη
η
бензин
;
~ αεροπλάνων — авиационный бензин
;
ο αγωγός ~ς — бензопровод
;
παίρνω (или γεμίζω) ~ — заправляться бензином
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бензин
? —
βενζίνη
как с
(ново)греческого
переводится слово
βενζίνη
? — бензин
#
(ново)греческий словарь
—
γόγγυλο
—
Ολλαντέζα
—
θεοδόλιχος
—
κατατραυματίζω
—
φωτομετρώ
—
λεονταρής
—
αφροδίσιος
—
χεροπάνι
—
μετασχηματισμός
—
σκιαγραφικό
—
ουδετερόδυνος
—
επίπλασμα
—
καθησυχαστικός
—
λουκάνικο
—
φουμαδόρος
—
Τεμπελοχώρα
—
λιπάση
—
μπερδεψοδούλης
—
μιναδόρος
—
φυλλοστρωμένος
—
σαράκιασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω