🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονά
μονά
:
~ ή ζυγά — чёт или нёчет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αλαργάρω
—
χωρατατζού
—
φιλότιμο
—
εναυσματοσωλήνας
—
ζάπι
—
ασβέστης
—
κοψοχολιάζω
—
αιματοβρεγμένος
—
συγχρονικός
—
φρικίασις
—
παράβυστον
—
αναδημιουργικός
—
λιγύφθογγος
—
αναγεννήτρια
—
λεπτοϋφής
—
ελευθεροπλοία
—
αυλόκηπος
—
διαλύω
—
σοβιέτ
—
πετιμέζι
—
απελπισμένα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω