🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ταμάχι
ταμάχι
το
жадность
;
===
τό πολύ ~ χαλάει τό στομάχι — посл. [phrase]большая сыть брюху вредит[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
жадность
? —
ταμάχι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ταμάχι
? — жадность
#
(ново)греческий словарь
—
δυσίατος
—
άσκαφτος
—
κονσόρτιο
—
τεχνοδομή
—
θέτω
—
κοντοβασίλεμα
—
ηθικολογώ
—
καθιστά
—
πουλάρι
—
στροφός
—
γαλαντόμος
—
αφιλόνικος
—
ωκεανογράφος
—
αμμώνιο
—
τερματικό
—
δαχτυλογραφία
—
γεωκτήμων
—
αρκουδόγυφτος
—
πρόσηβος
—
ένρινος
—
μορφογενετικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω