🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φάνηκα
φάνηκα
аор. от φαίνομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
φάνηκα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εξυπηρετικότητα
—
χαρτοπαίζω
—
μεγαλομάρτυρας
—
αγαλλιώ
—
σκουφί
—
αραξιά
—
προσκόμιση
—
ταχεία
—
ιχθυέλαιο
—
πολυτοκία
—
κάκωση
—
κερασφόρος
—
ραΐζω
—
αιμοφιλικός
—
δισαύξητος
—
βραδιάτικος
—
λιμάρισμα
—
αυτοπροαίρετα
—
καταδεικτικός
—
καυσιμότης
—
ακατάποτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω