🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
όζον
όζον
(-οντος) τό хим.
озон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
озон
? —
όζον
как с
(ново)греческого
переводится слово
όζον
? — озон
#
(ново)греческий словарь
—
αναίμακτος
—
σχεδίασμα
—
ισόχωρος
—
κούρεμα
—
παρόξυνση
—
κοραλλιοθήρας
—
αποβιταμινωμένος
—
κυματόμετρο
—
δοξασμός
—
πέταλο
—
μαλιά
—
χοντρικά
—
θροφή
—
ντροπαλός
—
νήνεμος
—
ώμμετρο
—
εφιδρος
—
καμπανίτης
—
αρμέχτρα
—
στόφα
—
ηδονόπληκτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω