🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πουριτανός
πουριτανός
ο прям., перен.
пуританин
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пуританин
? —
πουριτανός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πουριτανός
? — пуританин
#
(ново)греческий словарь
—
ανομοίωση
—
ανασκευαστικός
—
αναστενάζω
—
δειλόψυχος
—
τοπομαχικός
—
ασκούμενος
—
ορθολογιστικός
—
τουρκοκρατούμαι
—
σοβαρότητα
—
παγοκόφτης
—
ψυχάρι
—
παραπανήσιος
—
ξαστοχαίνω
—
επιμερισμός
—
κουνουπιδόσουπα
—
δικαρπίζω
—
ασταθής
—
αναστολέας
—
φαγοκύτωση
—
μπαλαμούτιασμα
—
αμυγδαλόπιττα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω