🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτοκινητάμαξα
αυτοκινητάμαξα
η ж.-д.
автодрезина; автомотриса
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
автодрезина
? —
αυτοκινητάμαξα
как на
(ново)греческом
будет слово
автомотриса
? —
αυτοκινητάμαξα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοκινητάμαξα
? — автодрезина, автомотриса
#
(ново)греческий словарь
—
μονάδα
—
πολυγυνία
—
φιλογύνης
—
ένστρωση
—
σχηματοποίηση
—
θυρεοειδής
—
πιτυρίδα
—
χρηματαγορά
—
λουβιάζω
—
διακληρώνω
—
ψυχιατρικός
—
χιτλερισμός
—
καρβέλι
—
γιδοπρόβατα
—
σαρκολαβίδα
—
σιγοβρέχει
—
μυξομάνδηλον
—
επιθηλιακός
—
αναξέρασμα
—
οραματιστής
—
αδιαλόγιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω