🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξετρελλαίνω
ξετρελλαίνω
(αόρ. (ε)ξετρέλ(λ)ανα, παθ. αόρ. (ε)ξετρελ(λ)άθηκα )
сводить с ума
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сводить с ума
? —
ξετρελλαίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξετρελλαίνω
? — сводить с ума
#
(ново)греческий словарь
—
θέμελο
—
τορπιλλίζω
—
πρόστιμο
—
Μαυρίδης
—
σημαίνω
—
νεροφείδα
—
χρώσις
—
χάμουργας
—
τρικάταρτος
—
αντιστέκομαι
—
εγκυκλοπαιδικότητα
—
ασυγχρονισμός
—
τρωγλοδυχώ
—
διαλλάττω
—
εκκενώνω
—
λιθάργυρος
—
αναλήθεια
—
δεκανίκι
—
ίνα
—
άσβηστος
—
ψιλικατζής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω