🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καραγκιοζιλίκι
καραγκιοζιλίκι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
καραγκιοζιλίκι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
καρπωτής
—
δημόσιονόμος
—
αποδοχεύς
—
κτήριο
—
άλλως
—
άκροσσος
—
μεταφέρω
—
συναρτησιακός
—
μύθευμα
—
υδροτεχνική
—
ζηλεύω
—
πολιορκητική
—
τραπέζιον
—
κουφοθάλασσα
—
απλώστρα
—
φαληρικός
—
ταυτολογώ
—
νυκτοβασία
—
σταλαγματιά
—
ενσωματώνω
—
ταχυβολία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω