🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μιαουρίζω
μιαουρίζω
мяукать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мяукать
? —
μιαουρίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μιαουρίζω
? — мяукать
#
(ново)греческий словарь
—
πρωταυγουστιάτικος
—
χουζουρεύω
—
φωνομιμητική
—
γοργότης
—
ιταλιωτικός
—
αμετροεπής
—
Ουκρανία
—
αμαξοειδής
—
κενολόγος
—
μοντερνισμός
—
καρβοξύλιο
—
αγκωνίτσα
—
μεσοπατριαρχεία
—
αναδιανεμητικός
—
ομοφυλοφιλία
—
τρόικα
—
φερτός
—
ανταγωνίζομαι
—
αμαξογώγιον
—
υδρεύομαι
—
διάπλεος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω