🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υδραργυρούχος
υδραργυρούχ|ος
содержащий ртуть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
содержащий ртуть
? —
υδραργυρούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υδραργυρούχος
? — содержащий ртуть
#
(ново)греческий словарь
—
ατάραχτος
—
ουζοπώλης
—
χορτολογώ
—
καταμουσκεύω
—
αντίρρευμα
—
ατρίγυρος
—
μέλλων
—
σμυριδόπανο
—
σάκχαρη
—
ξεκάρδισμα
—
κάματος
—
αλουποτόμαρο
—
νειρεύομαι
—
μέλαν
—
δίδακτρα
—
αταιριασιά
—
ινδολόγος
—
μονιμότητα
—
ασκίαυλος
—
βαθμοθετώ
—
ατμόϊππος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω